κοτσάρω

κοτσάρω
(αόρ. (ε)κότσαρα и (ε)κοτσάρησα) μετ.
1) вешать, подвешивать; 2) прицеплять, присоединять; 3) давать что-л, нежданно-негаданно, вопреки ожиданиям (кого-л.); 4) приписывать вину (кому-л.), обвинять (кого-л.)

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "κοτσάρω" в других словарях:

  • κοτσάρω — κοτσάρω, κότσαρα και κοτσάρισα, κοτσαρισμένος βλ. πίν. 53 …   Τα ρήματα της νέας ελληνικής

  • κοτσάρω — 1. αναρτώ, κρεμώ 2. συνδέω, προσαρτώ, προσκολλώ 3. δίνω ή κάνω κάτι αιφνίδια και ανέλπιστα αντί άλλου το οποίο περίμενε κάποιος («τού ζήτησα βοδινό και μού κοτσάρει μοσχαράκι γάλακτος») 4. φορώ επιδεικτικά κάτι που δεν ταιριάζει με την περίσταση… …   Dictionary of Greek

  • κοτσάρω — κότσαρα και κοτσάρισα (λ. ιταλ.) 1. προσκολλώ, αναρτώ, κρεμώ: Κότσαρε κι άλλα βαγόνια στο τρένο. 2. κατηγορώ, κακολογώ: Του κοτσάρανε πως είναι χουντικός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αγκυρίζω — (Α ἀγκυρίζω) [ἄγκυρα] νεοελλ. προσδένω άγκιστρο στο άκρο αλυσίδας, γαντζώνω, κοτσάρω αρχ. ρίχνω κάποιον κάτω, καταβάλλω, βάζω τρικλοποδιά …   Dictionary of Greek

  • ακοτσάριστος — ή, ο αυτός που δεν είναι γαντζωμένος, πιασμένος από κάπου. [ΕΤΥΜΟΛ. < α + κοτσάρω η παραγωγή αναλογικά προς τα επίθετα που προέρχονται από ρ. σε ίζω] …   Dictionary of Greek

  • ενάπτω — (AM ἐνάπτω) δένω, προσδένω, στερεώνω σε κάτι («εἰς δὲ τὸν περίδρομον ἐναπτέτω λίθον μακρὸν καὶ μέγαν», Ξεν.) νεοελλ. ναυτ. αγκιστρώνω έναν τρόχιλο με γάντζο σε σχοινί ή κρίκο, κν. αγκυρίζω, γαντζώνω, κοτσάρω αρχ. μέσ. περιβάλλομαι, καλύπτομαι με… …   Dictionary of Greek

  • κοτσάρισμα — το [κοτσάρω] προσκόλληση, προσάρτηση, σύνδεση …   Dictionary of Greek

  • κοτσαδόρος — ο εξάρτημα, συνήθως πρόσθετο σε όχημα, με το οποίο γίνεται σύνδεση με άλλο όχημα. [ΕΤΥΜΟΛ. Πιθ. < κοτσάρω «κρεμώ»] …   Dictionary of Greek

  • ξεκοτσάρω — 1. ναυτ. ξεγαντζώνω 2. (για συρμούς ή άλλα οχήματα) αποσυνδέω. [ΕΤΥΜΟΛ. < στερ. ξ(ε) * + κοτσάρω «συνδέω, προσκολλώ, προσαρτώ»] …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»